νοσοκομειακός

νοσοκομειακός
-ή, -ό
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο νοσοκομείο («νοσοκομειακή περίθαλψη»)
2. φρ. α) «νοσοκομειακός γιατρός» — γιατρός με πλήρη ή κύρια απασχόληση σε νοσοκομείο
β) «νοσοκομειακή ιατρική» — ιατρική που ασκείται στα νοσοκομεία
γ) «νοσοκομειακό πλοίο» — πλοίο ειδικά κατασκευασμένο ή μετασκευασμένο για τη μεταφορά και την προσωρινή νοσηλεία ασθενών, αλλ. πλωτό νοσοκομείο.
επίρρ...
νοσοκομειακώς και -ά
με νοσοκομειακό τρόπο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < νοσοκομείο. Η λ. μαρτυρείται από το 1886 στον Κ. Π. Αποστολίδη].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • νοσοκομειακός — ή, ό αυτός που ανήκει ή αναφέρεται ή εργάζεται στο νοσοκομείο: Νοσοκομειακή περίθαλψη. – Νοσοκομειακοί γιατροί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • νοσοκομείο — Ίδρυμα περίθαλψης και νοσηλείας ασθενών. Τα πρώτα νοσοκομειακά ιδρύματα ταυτίζονται στην αρχαία Ελλάδα με τους ναούς του Ασκληπιού, που συγκέντρωναν τους πάσχοντες, οι οποίοι περίμεναν την ίασή τους από τη θεία επέμβαση, από διάφορες δρόγες και… …   Dictionary of Greek

  • Ινδονησία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ινδονησίας Έκταση: 1.919.440 τ. χλμ. Πληθυσμός: 228.437.870 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Τζακάρτα (8.389.443 κάτ. το 2001)Νησιωτικό κράτος της νοτιοανατολικής Ασίας. Έχει χερσαία σύνορα (σε διαφορετικά νησιά) με τη… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”